ποινή

ποινή
Στο νεότερο ποινικό δίκαιο, π. είναι η στέρηση ή η μείωση ενός έννομου αγαθού, την οποία επιβάλλει το κράτος, με δικαστική απόφαση, σε ένα άτομο, επειδή διέπραξε ένα αδίκημα για το οποίο ο νόμος προβλέπει την επιβολή αυτής της στέρησης. Το πρώτο λοιπόν χαρακτηριστικό του σύγχρονου ποινικού δικαίου είναι το κρατικό μονοπώλιο της ποινικής τιμωρίας. Δεν συμβαίνει το ίδιο στις πρωτόγονες ή ανεξέλικτες κοινωνίες, όπου το δίκαιο επιτρέπει τηνν τιμωρία του εγκλήματος από τον ίδιο τον παθόντα ή την οικογένειά του, είτε κατά την ανταποδοτική αρχή είτε δια συμβιβασμού και υλικής ικανοποίησης του παθόντος (βεντέτα, συμβιβασμός, ιδιωτικές χρηματικές ποινές κλπ.). Τέτοια συστήματα καταστολής του εγκλήματος συναντώνται π.χ. στους Εβραίους, στους αρχαίους Έλληνες των ηρωικών χρόνων, στη Δωδεκάδελτο, στο δυτικό Μεσαίωνα κλπ. Η δημοσιοποίηση της π. πραγματοποιήθηκε ήδη στους εξελιγμένους λαούς του αρχαίου κόσμου και συνέπεσε με τη γενική ανάπτυξη του πολιτισμού και των δημόσιων θεσμών. Στην ελληνική μάλιστα φιλοσοφία βρίσκονται εκπληκτικά πρότυπα πολύ σύγχρονων αντιλήψεων περί π., όπως στην πλατωνική φιλοσοφία, όπου, κοντά στην ιδέα της επανόρθωσης προβάλλεται και η ιδέα της βελτίωσης του εγκληματία ως υπέρτερος σκοπός της π. Η δημοσιοποίηση της π. σημαίνει μόνο, κατ’ αρχήν, ότι το έγκλημα τιμωρείται αποκλειστικά από το κράτος, δηλαδή η π. εφαρμόζεται από κρατικά όργανα (δικαστικά) και εκτελείται από κρατικά επίσης όργανα (σωφρονιστικούς υπαλλήλους). Πότε όμως υπάρχει έγκλημα και πότε εφαρμόζεται και εκτελείται μια ποινή; Στα απολυταρχικά ή δεσποτικά κράτη, η π. μπορεί να είναι δημόσια, αλλά να είναι και αυθαίρετη, δηλαδή να μην έχει προβλεφθεί από νόμο ισχύοντα πριν από την τέλεση της πράξης. Τον αυθαίρετο αυτό ποινικό κολασμό καταπολέμησε το φιλελεύθερο κίνημα των νεότερων χρόνων, το οποίο επέβαλε τελικά τη λεγόμενη αρχή της νομιμότητας των π.: η αρχή αυτή, αφού αποτυπώθηκε σε ιστορικά κείμενα όπως η Magna Charta Libertatum της Αγγλίας (1215), το άρθρο 8 της γαλλικήςΔιακήρυξης του 1789, απέκτησε στην εποχή μας παγκόσμια επιβολή, με την αναγραφή της στο άρθρο 11 § 2 της Οικουμενικής Διακήρυξης Aνθρώπινων Δικαιωμάτων, καθώς και στο άρθρο 7 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Aνθρώπινων Δικαιωμάτων. Το νεότερο ελληνικό δίκαιο παρέλαβε πολύ νωρίς αυτή την αρχή: άρθρο 19 του Συντάγματος της Τροιζήνος (1827), η οποία περιλήφθηκε και σε όλα τα μεταγενέστερα συντάγματα: «αδίκημα δεν υπάρχει, ουδέ ποινή επιβάλλεται, άνευ νόμου ισχύοντος προ της τελέσεως της πράξεως. Βαρυτέρα ποινή ουδέποτε επιβάλλεται μετά την τέλεσιν της πράξεως». Αναλυόμενη στο φως της νομοθεσίας, της νομολογίας και την επιστήμης, η αρχή της νομιμότητας των π. περιλαμβάνει: α) την αναγόρευση του γραπτού νόμου σε αποκλειστική πηγή του ποινικού δικαίου και τον όσο το δυνατόν ακριβέστερο ορισμό του εγκλήματος και της π. από το νομοθέτη· β) την απαγόρευση της αναδρομικής εφαρμογής των ουσιαστικών και, ενδεχομένως, των δικονομικών ποινικών νόμων· γ) την απαγόρευση της αναλογικής εφαρμογής των ποινικών νόμων (πρβλ. άρθρο 1 Π.Κ.: η ποινή πρέπει να είναι ρητή), για να αποτραπεί επάνοδος στις αυθαίρετες π. (όπως έγινε στη Γερμανία με το χιτλερικό καθεστώς)· δ) την προσωπικότητα της π., δηλαδή την επιβολή του ποινικού κολασμού σε μόνο το δράστη (απαγόρευση συλλογικών ή κληρονομικών π.)· ε) τη νομιμότητα κατά την εκτέλεση των π.: η π. είναι σχέση δημόσιου δικαίου και συνεπάγεται περιορισμούς για τα σωφρονιστικά όργανα· στ) την τιμωρία μια μόνο φορά για την ίδια πράξη. Στη βάση της αρχής της νομιμότητας των π. υπάρχει η ιδέα ότι το έγκλημα αποτελεί νομική κατασκευή και ενέχει, συνεπώς, λίγο ή πολύ συμβατικό χαρακτήρα. Η τήρησή της προϋποθέτει εξάλλου, ότι η κατάγνωση (εφαρμογή) τηςπ. οφείλει να γίνεται με δικαστική απόφαση, σύμφωνα με τις σχετικές εγγυήσεις που προβλέπουν τα διάφορα Συντάγματα (φυσικός δικαστής, δημοσιότητα των συνεδριάσεων, αιτιολογία των αποφάσεων κλπ.). Προς την αρχή της νομιμότητας δεν αντιτίθεται η ιδέα του μη απόλυτου καθορισμού της π. από το νόμο, αλλά της θέσης ανώτατων και κατώτατων ορίων, κατά τρόπο που ο δικαστής να είναι σε θέση να καθορίζει ακριβέστερα την π., λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες τέλεσης της πράξης ή την προσωπικότητα του εγκληματία (εξατομίκευση της π.). Το σύγχρονο δίκαιο, μάλιστα, έχοντας υπόψη όχι μια απλή σκοπιμότητα της π. (πρόληψη του εγκλήματος δια του γενικού ή ατομικού εκφοβισμού, βελτίωση του εγκληματία κλπ.), αλλά την πολλαπλότητα των λειτουργιών της ποινικής δικαιοσύνης σε σχέση προς το κοινωνικό σύνολο, τον παθόντα και τον ίδιο τον εγκληματία, δίνει μεγαλύτερη ευελιξία στην εφαρμογή των π., είτε διευρύνοντας τα ανώτατα ή κατώτατα όρια των προβλεπομένων π. είτε ενισχύοντας την ευχέρεια επιλογής της π. από το δικαστή είτε, τέλος, διευρύνοντας την έννοια της άμυνας κατά του εγκλήματος και του εγκληματία, με την εισαγωγή στον Π.Κ. νέων θεσμών, όπως η αόριστη καταδίκη, η υπό όρο απόλυση κλπ., καθώς και των λεγομένων μέτρων ασφαλείας, θεραπευτικών κλπ., που αφορούν ορισμένες ιδίως κατηγορίες εγκληματιών (υπότροπους, ελαττωμένης νοημοσύνης, ανήλικους κ.ά.). Η μεγαλύτερη αυτή ευχέρεια που παρέχεται στο δικαστή κατά την εφαρμογή της π. δεν οδηγεί στην ανατροπή της αρχής της νομιμότητας, εφόσον ο ίδιος ο Π.Κ. καθορίζει τα κριτήρια με βάση τα οποία οφείλει να γίνει η επιλογή, και παρέχονται στον κατηγορούμενο όλα τα αναγκαία δικονομικά μέσα για την επακριβή τήρησή τους (εγγυήσεις κατά την ανάκριση και την ακροαματική διαδικασία, δεύτερος βαθμός δικαιοδοσίας κλπ.). Πρέπει να προστεθεί, τέλος, ότι στη σύγχρονη αντίληψη της αρχής της νομιμότητας περιλαμβάνεται και η απαγόρευση απάνθρωπων π. Υπάρχει η τάση, που εκδηλώνεται ήδη (όχι χωρίς ταλαντεύσεις) σε ορισμένες νομοθεσίες, να θεωρηθεί απάνθρωπη η θανατική π. την οποία θεωρούν, άλλωστε, άσκοπη πολλοί σύγχρονοι ποινικολόγοι και σωφρονιστές. Το ελληνικό ποινικό σύστημα αναφέρεται σε δύο ομάδες π., κύριες και παρεπόμενες, καθώς και μέτρα ασφάλειας. Οι κύριες π. είναι τριών ειδών: θανατική π., π. στερητικές της ελευθερίας, π. σε χρήμα. Ως προς τη θανατική π., υπάρχει απαγόρευση δημόσιας εκτέλεσης. Εξάλλου θανατική π. δεν εκτελείται πριν τηρηθεί σειρά διαδικασιών: απόρριψη αίτησης χάρης ή παρέλευση σχετικής προθεσμίας. Αυτός που καταδικάζεται σε θάνατο διατελεί σε κατάσταση νόμιμης απαγόρευσης. Οι στερητικές της ελευθερίας π. είναι η κάθειρξη (ισόβια ή πρόσκαιρη, 5-20 ετών), η φυλάκιση (10 ημέρες έως πέντε έτη), ο περιορισμός σε σωφρονιστικό κατάστημα (έξι μήνες έως 20 έτη, κατά τις περιπτώσεις του άρθρ. 54), η κράτηση (μία ημέρα έως ένα μήνα). Η εκτέλεση των π. γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις του Π.Κ. και ειδικών νόμων. Οι π. σε χρήμα διακρίνονται σε χρηματικές π. και σε πρόστιμα. Προβλέπεται ειδικά ως προς τις π. σε χρήμα ότι δεν εκτελούνται επί των κληρονόμων (σύμφωνα με την αρχή της προσωπικότητας της π.). Παρεπόμενες π. είναι εκείνες που προϋποθέτουν καταδίκη σε κύρια π. και επιβάλλονται είτε αυτοδικαίως (επί καταδίκης σε θάνατο ή σε ισόβια δεσμά) είτε κατά σχετική διακριτική ευχέρεια του δικαστή (καταδίκη σε φυλάκιση ή σε περιορισμό). Παρεπόμενες π. είναι η στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων –μερική, πιθανόν σε περίπτωση φυλάκισης (άρθρ. 64), και με δυνατότητα αποκατάστασης κατά τους ορισμούς του άρθρ. 66– η απαγόρευση άσκησης επαγγέλματος από 1 έως 5 έτη (επί καταδίκης σε στερητική της ελευθερίας π. άνω των 3 μηνών για διάπραξη κακουργήματος ή πλημμελήματος κατά παράβαση επαγγελματικών καθηκότων, σε περίπτωση άσκησης επαγγέλματος κατόπιν αδείας), η δημοσίευση της καταδικαστικής απόφασης είτε από το δικαστήριο για λόγους δημόσιου συμφέροντος, είτε μετά από αίτηση, του καταδικασθέντος ή του παθόντα (αλλά και του αθωωθέντος, άρθρ. 68 § 2). Μέτρα ασφάλειας είναι η φύλαξη ακαταλόγιστων, η εισαγωγή σε θεραπευτικό κατάστημα αλκοολικών και τοξικομανών, η παραπομπή σε κατάστημα εργασίας των φυγοπόρων, η απαγόρευση διαμονής, η απέλαση αλλοδαπού, η δήμευση. Αντίθετα προς τις παρεπόμενες π., η επιβολή μέτρων ασφαλείας δεν προϋποθέτει αναγκαστικά επιβολή κυρίας π. Αν και η αποζημίωση του παθόντα δεν αποτελεί π., ο Π.Κ. και ο ΚΠΔ προβλέπουν ειδικά μέτρα για την αποτελεσματικότερη εκτέλεσή της. Ο Π.Κ. θέτει γενικούς κανόνες επιμέτρησης της π., με μέτρο τη βαρύτητα του εγκλήματος και την προσωπικότητα του εγκληματία και περιέχει ειδικές διατάξεις όσον αφοράτον κολασμό των υποτρόπων και των καθ’ έξιν εγκληματιών, καθώς και για την περίπτωση «συρροής» εγκλημάτων (άρθρ. 94 επ.). Η αναστολή της ποινής και η υπό όρον απόλυση του κατάδικου ρυθμίζονται από τα Π.Κ. Ο Στρ. Π.Κ. προβλέπει σύστημα ποινών που αντιστοιχούν περίπου, υπό ιδιαίτερη ονομασία, στις π. του Π.Κ.: θάνατος, κάθειρξη –ισόβια ή πρόσκαιρη–, φυλάκιση, καθώς και π. καθαίρεσης, έκπτωσης και καταναγκαστικών έργων. Οι παραπάνω π. επιβάλλονται στους υπηρετούντες στο στρατό και στους εξομοιουμένους προς αυτούς. Πρόσωπα μη εξομοιούμενα προς στρατιωτικούς, αλλά τα οποία υπάγονται στα στρατοδικεία (διάπραξη εγκλημάτων που στρέφονται κατά της ασφάλειας των ενόπλων δυνάμεων) υπόκεινται στις ίδιες π., αλλά δεν επιβάλλεται καθαίρεση και, αντί της έκπτωσης, επιβάλλεται σ’ αυτούς φυλάκιση έως 2 μηνών. εκκλησιαστικές ποινές. Επιβάλλονται είτε μόνο σε κληρικούς (καθαίρεση, αργία, υποβιβασμός) είτε σε κληρικούς και μοναχούς (δημόσια επιτίμηση, κάθειρξη, έκπτωση από αξίωμα) είτε μόνο σε μοναχούς (στέρηση σιτηρεσίου, κανών δια κομβοσχοίνου, αποκλεισμός από τη σύναξη, αποβολή από τη μονή, αποβολή του μοναχικού σχήματος) είτε σε κληρικούς, μοναχούς ή λαϊκούς (αφορισμός, στέρηση εκκλησιαστικής κηδείας). Η καθαίρεση είναι έκπτωση από την ιεροσύνη, οριστική και αμετάκλητη· ο καθαιρεμένος κληρικός θεωρείται λαϊκός και μπορεί να συνάψει γάμο. Η αργία, απαγόρευση άσκησης ιερατικών καθηκόντων –τα οποία όμως, αν ασκηθούν, δεν είναι, κατά την εγκυρότερη γνώμη, άκυρα– για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, μπορεί και να ανακληθεί· η κάθειρξη εκτελείται σε επισκοπικές ειρκτές ή σε σωφρονιστήρια· έκπτωση είναι η αφαίρεση οφικίου (ηγουμενίας π.χ.)· αφορισμός, ο τέλειος χωρισμός από την Εκκλησία εις το διηνεκές ή μέχρι της στιγμής του θανάτου· αν αναγγελθεί χωρίς χρονικό περιορισμό, μπορεί, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, να αρθεί· ο αφορισμένος δεν μπορεί να μετάσχει σε κανένα εκκλησιαστικό μυστήριο, δεν μπορεί να συνάψει θρησκευτικό γάμο, δεν μπορεί να μεταλάβει· ο αφορισμός μπορεί να λυθεί και μετά θάνατο. Η απάνθρωπη σκληρότητα των ποινών αποτέλεσε, ως το τέλος του 18ου αι., το χαρακτηριστικό όλων των νομοθετικών συστημάτων. Εδώ, οι ποινές που εφαρμόζονταν στη Γερμανία στο 16o αι., όπως εικονίζονται σε χαρακτικό της εποχής. Σκηνή ακροαματικής διαδικασίας στο Ανώτατο Δικαστήριο της Χάγης (φωτ. ΑΠΕ). Ιστορική φωτογραφία της παρουσίασης των αυθεντικών «Νόμων της Νυρεμβέργης» που είχαν υπογραφεί από τον Α. Χίτλερ, και θεωρείται ότι νομιμοποιούσαν την έναρξη του Εβραϊκού Ολοκαυτώματος (φωτ. ΑΠΕ).
* * *
η, ΝΜΑ
(νεολλ.)
1. η τιμωρία που επιβάλλεται για μια κολάσιμη πράξη («παιδαγωγική ποινή» — ποινή που επιβάλλεται από δάσκαλο σε μαθητή που υπέπεσε σε σφάλμα και η οποία αποσκοπεί στην ηθική βελτίωσή του)
2. (νομ.) κακό, κατάσταση που συνεπάγεται μια ατιμωτική και ουσιώδη βλάβη στα σπουδαιότερα αγαθά τού ανθρώπου, όπως στην προσωπική του ελευθερία, στην περιουσία του, στην τιμή του, καί, όχι πλέον τόσο συχνά, στη ζωή του, και το οποίο απειλείται και επιβάλλεται από το κράτος και τα αρμόδια όργανά του, δηλ. κυρίως τα τακτικά ποινικά δικαστήρια, ενώ στρέφεται προσωποπαγώς κατά τού δράστη ορισμένου εγκλήματος ως αντίδραση και απάντηση τής οργανωμένης σε κράτος κοινωνίας προς το έγκλημα αυτό και τον δράστη του
3. ως κύριο όν. Ποινή
μυθ. ονομασία τών Ερινύων και τής Δίκης, η θεά τής τιμωρίας και τής εκδίκησης
4. φρ. α) «ποινή φυλάκισης» και «χρηματική ποινή» — χρηματικό πρόστιμο ή φυλάκιση που επιβάλλει ως ποινή το δικαστήριο
β) «η εσχάτη τών ποινών»
(νομ.) η ανώτατη ποινή, η ποινή τού θανάτου
γ) «θανατική ποινή»
(νομ.) η βαρύτερη κεφαλική ποινή που μπορεί να επιβληθεί αυτοτελώς στον δράστη μιας εγκληματικής πράξης και συνίσταται στην αφαίρεση τής ζωής του
δ) «ιδιωτικές ποινές»
(νομ.) ποινές που επιβάλλονται από σωματεία, ιδρύματα, οργανισμούς ή άλλα νομικά πρόσωπα καθώς και από κοινωνικές ομάδες κατά μελών τους ή συνδεόμενων προσώπων, λ.χ. από το σχολείο, την Εκκλησία, τους ποδοσφαιρικούς σύλλογους, τα επαγγελματικά σωματεία, την ιδιωτική εργοδοσία, τις δανειστικές βιβλιοθήκες κ.ά. οργανισμούς
ε) «μη γνήσιες ποινές»
(νομ.) ποινές που δεν έχουν τον χαρακτήρα ποινικών κυρώσεων
στ) «διοικητική ποινή»
(νομ.) η προσβολή συνήθως με θετική πράξη, λ.χ. πρόστιμο, εκ μέρους τών οργάνων τής διοικήσεως, δηλαδή τής εκτελεστικής εξουσίας, συγκεκριμένων, ειδικώς από το δίκαιο προστατευόμενων, έννομων καταστάσεων και σχέσεων τού διοικουμένου επειδή με τη συμπεριφορά του, με πράξη ή με παράλειψη, παραβίασε κανόνα δικαίου, ο οποίος συνδέει υποχρεωτικά ή κατά διακριτική ευχέρεια την εν λόγω παράβαση με την προβλεπόμενη ποινή ή κύρωση, αλλ. πειθαρχική
ζ) «κύριες ποινές»
(νομ.) ποινές που επιβάλλονται αυτοτελώς
η) «παρεπόμενες ποινές»
(νομ.) ποινές που δεν επιβάλλονται αυτοτελώς αλλά η επιβολή τους προϋποθέτει την προηγούμενη επιβολή μιας κύριας ποινής
θ) «ποινή εκκλησιαστική»
(κανον. δίκ.) μία μορφή ποιμαντικής παρεμβάσεως τών φορέων τής ιερατικής εξουσίας για τη διόρθωση ή τη θεραπεία οποιασδήποτε παρέκκλισης ενός ή περισσοτέρων μελών τού εκκλησιαστικού σώματος η οποία υπό την έννοια αυτή προσδιορίζει απλώς τη σχέση ενός ή περισσότερων πιστών, κληρικών ή λαϊκών προς τη θεία Ευχαριστία και την όλη μυστηριακή ζωή τής Εκκλησίας
ι) «επί ποινή» — λέγεται για να δηλώσει ότι σε περίπτωση παράβασης ή ανυπακοής θα επιβληθεί ορισμένη ποινή
αρχ.
1. χρηματική αποζημίωση η οποία καταβαλλόταν από τον φονέα στους συγγενείς τού θύματος, με σκοπό την απαλλαγή του από τη δίωξη, εξιλασμός
2. ανταπόδοση, εκδίκηση, αντίποινα («ὑπὲρ... τοῡ ἀποθανόντος ἀναμιμνήσκων τὴν ποινὴν παραινῶ ὑμῑν μὴ τὸν ἀναίτιον καταλαβόντας τὸν αἴτιον ἄφεῑναι», Αντιφ.)
3. (με θετική σημ.) αμοιβή, ανταμοιβή («ποινὴν εὐσεβίης», επιγρ.)
4. αστρολ. α) ονομασία τού κλήρου, δηλ. τών βαθμών τού ζωδιακού κύκλου οι οποίοι συνδέονται με πλανήτες και ασκούν, κατά τους αστρολόγους, επίδραση κατά τη γέννηση ενός ατόμου
β) ονομασία τού έκτου αστρολογικού τόπου.
[ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. ποι-νή, ανάγεται στην ετεροιωμένη βαθμίδα τής ΙΕ ρίζας *kwei- «προσέχω, παρατηρώ, τιμωρώ, εκδικούμαι, πληρώνω πρόστιμο» και αντιστοιχεί ακριβώς με το αβεστ. kaenā «εκδίκηση, επανόρθωση». Στην ίδια ρίζα ανάγεται το ρ. τίνω* «πληρώνω, ανταποδίδω». Αμφίβολη θεωρείται η σύνδεση τών τίνω / ποινή με τα τίω / τιμή (βλ. και λ. τίνω, τίω, τιμή). Τη λ. δανείστηκε η Λατινική (πρβλ. λατ. poena απ' όπου το ρ. pūnire «τιμωρώ»)].

Dictionary of Greek. 2013.

Поможем решить контрольную работу

Look at other dictionaries:

  • Ποινῇ — Ποινή bloodmoney fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ποινή — bloodmoney fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ποινή — bloodmoney fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ποινῇ — ποινάομαι avenge oneself on pres subj mp 2nd sg (doric) ποινάομαι avenge oneself on pres ind mp 2nd sg (doric) ποινάομαι avenge oneself on pres subj mp 2nd sg (epic ionic) ποινάομαι avenge oneself on pres ind mp 2nd sg (epic ionic) ποινάω pres… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ποινή — η κολασμός, τιμωρία για πράξη παράνομη: Στους υπαλλήλους επιβάλλονται και πειθαρχικές ποινές …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • θανατική ποινή — (Νομ.). Η εσχάτη των ποινών στο δικαιοδοτικό σύστημα, που επιβάλλεται σε ιδιαίτερες κακουργηματικές πράξεις. Στη χώρα μας, η θ.π., αν και είχε καταργηθεί πολύ νωρίτερα στην πράξη, τελικά με το άρθρο 1 παράγραφος 12β του ν. 2207/94 καταργήθηκε και …   Dictionary of Greek

  • αειφυγία — Ποινή μόνιμης εξορίας στην αρχαία Ελλάδα, που επιβαλλόταν από τον Άρειο Πάγο σε όσους διέπρατταν σοβαρά αδικήματα του κοινού δικαίου και ιδίως φόνο ή τραύματα με προμελέτη, ασέβεια, επιβουλή της ζωής του συζύγου από τη γυναίκα κλπ. Η ποινή, που… …   Dictionary of Greek

  • Ποιναῖς — Ποινή bloodmoney fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ποιναῖς — ποινή bloodmoney fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ποιναῖσι — Ποινή bloodmoney fem dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”